Ηλικία και Υπογονιμότητα

ηλικία και γονιμότητα

Η ραγδαία μεταβολή των κοινωνικών προτύπων έχει ως αποτέλεσμα να μένουν έγκυες οι γυναίκες όλο και πιο αργά. Μακροχρόνιες σπουδές, επαγγελματική αποκατάσταση και σταδιοδρομία και οικονομικές δυσπραγίες αποτελούν παράγοντες που επιβραδύνουν αρκετά τη δημιουργία οικογένειας. Οι δυσάρεστες επιπτώσεις, όμως, της ηλικίας στη γυναικεία γονιμότητα αυξάνονται συνεχώς.

 

Ηλικία και Γυναικεία Υπογονιμότητα

 

Η γυναικεία γονιμότητα κορυφώνεται από τα 16 έως τα 24. Μειώνεται προοδευτικά έως τα 35 και στην πορεία φθίνει δραματικά. Στην ηλικία των 40 ετών, απαιτείται για μια γυναίκα περισσότερος χρόνος να συλλάβει και δυσκολεύεται πολύ να επιτύχει κύηση. Βασική αιτία εμφάνισης υπογονιμότητας σε ηλικιακά μεγαλύτερες γυναίκες αποτελεί η μείωση της ποσότητας των ωαρίων. Αυτό που συμβαίνει είναι πως όσο αυξάνεται η ηλικία της γυναίκας, η παραγωγή των ωαρίων από τις ωοθήκες της ελαχιστοποιείται. Κάτι τέτοιο φέρει ως συνέπεια, η γυναίκα να μην έχει ωοθυλακιορρηξία κάθε μήνα.

 

Ένα κορίτσι γεννιέται με περίπου 1-2 εκατομμύρια ωοθυλάκια στην εφηβεία, όμως, απομένουν περίπου 300.000. Σε κάθε έμμηνο κύκλο, ένα ωάριο ωριμάζει και ελευθερώνεται από το ωοθυλάκιο, με στόχο να γονιμοποιηθεί. Όσο μεγαλύτερη είναι η γυναίκα, όμως, παρατηρούνται πολύ λιγότερα ωάρια.

 

Επιπλέον, η ποιότητα του ωαρίου, η οποία καθορίζει την ικανότητα της γυναίκας να συλλάβει και να διατηρήσει την κύηση χωρίς επιπλοκές, φθίνει με την πάροδο του χρόνου. Επομένως, δεν υπάρχουν πολλά ωάρια καλής ποιότητας, προκειμένου να γονιμοποιηθούν. Ένα κακής ποιότητας ωάριο, ακόμη κι αν γονιμοποιηθεί, δεν εμφυτεύεται σωστά στη μήτρα.

 

Η ποιότητα των ωαρίων αποτελεί μία παράμετρο η οποία εξαρτάται από τον αριθμό των χρωμοσωμάτων που αυτά περιέχουν και από την ενέργεια που τους παρέχεται. Το ωάριο πρέπει να έχει το σωστό αριθμό χρωμοσωμάτων. Η ενέργεια που απαιτούν τα ωάρια, προκειμένου να διαιρεθούν μετά τη γονιμοποίηση, παρέχεται από μικροσκοπικά στοιχεία των κυττάρων, τα μιτοχόνδρια. Αυτά χάνουν την αποτελεσματικότητά τους όσο αυξάνεται η ηλικία. Έτσι, ένα ωάριο που γονιμοποιείται δε διαθέτει την απαιτούμενη ενέργεια και δεν είναι σε θέση να διαιρεθεί.

 

Με την πάροδο του χρόνου, τα ωάρια αρχίζουν να διαιρούνται ακανόνιστα, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες εμφάνισης γενετικών ανωμαλιών στο έμβρυο. Τα θυλακικά κύτταρα, που περιβάλλουν το ωάριο, χάνουν σταδιακά την ικανότητά τους να διατηρούν τα ωάρια υγιή.

 

Η μεταφορά του κυτταρικού υλικού από μια νεότερη γυναίκα μπορεί να αναζωογονήσει το ωάριο. Αυτό σημαίνει πως ελλοχεύει ο κίνδυνος για μια γυναίκα ηλικιακά μεγάλη να γεννήσει ένα παιδί με γενετική ανωμαλία, όπως είναι το σύνδρομο Down. Η πιθανότητα εμφάνισης αυτών των χρωμοσωμικών ανωμαλιών για γυναίκες ηλικίας 40 χρονών αυξάνεται κατά 1-2% περίπου.

 

Ηλικία και Ανδρική Υπογονιμότητα

 

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ένα σπέρμα θεωρείται ικανό για αναπαραγωγή, όταν πληροί ορισμένες προϋποθέσεις. Είναι απαραίτητο να διαθέτει τουλάχιστον 15 εκατομμύρια σπερματοζωάρια ανά ml σπέρματος, με τα μισά από αυτά να παρουσιάζουν υψηλή κινητικότητα και το 30% να χαρακτηρίζεται από καλή μορφολογία.

 

Με την πάροδο της ηλικίας, ωστόσο, φθίνει σταδιακά η ποιότητα του σπέρματος. Συνήθως, μετά τα 40-45 παρατηρείται βαθμιαία μείωση του  αριθμού των σπερματοζωαρίων και της κινητικότητάς τους, κάτι το οποίο ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες αναπαραγωγής.

 

Από τα «μαγικά μαντζούνια» στην Επιγενετική

 

Παλαιότερα, οι άνθρωποι δε διέθεταν τις απαιτούμενες γνώσεις για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων. Η ελλιπής παιδεία, το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο και οι αναχρονιστικές αντιλήψεις παρεμπόδιζαν την ανάπτυξη κριτικής σκέψης και την υιοθέτηση ρεαλιστικών αντιλήψεων, που βασίζονται καθαρά στην αντικειμενικότητα και τη λογική σκέψη. Ακολουθούσαν θεραπείες που άπτονταν της μαγγανείας και των λαικών δοξασιών, παραδείγματος χάρη, οι ηλικιωμένες χρησιμοποιούσαν μαντζούνια και βότανα, πιστεύοντας ότι θα αποκτήσουν παιδιά. Εξάλλου, η επιστήμη δεν είχε εξελιχθεί σε τόσο μεγάλο βαθμό και δεν υπήρχαν  αναπτυγμένες μέθοδοι θεραπειών, όπως συμβαίνει σήμερα. Επομένως, θεωρείται λογικό το γεγονός ότι οι άνθρωποι παλαιότερων εποχών δε διέθεταν διευρυμένους πνευματικούς ορίζοντες και αδυνατούσαν να υιοθετήσουν μια σφαιρική, ρεαλιστική θεώρηση των πραγμάτων.

 

Οι σύμφωνες με το πνεύμα παλαιότερης εποχής αντιλήψεις έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με την τρέχουσα πραγματικότητα. Αυτή η κοσμοθεωρία των «μαγικών μαντζουνιών», που έλυναν το εκάστοτε πρόβλημα, με την πάροδο των ετών και την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επιστημών, θεωρείται πεπερασμένη. Ωστόσο, τέτοιες απαρχαιωμένες απόψεις επικρατούν ακόμα και σήμερα σε κάποιες επαρχιακές περιοχές, όπου δεν έχει ακόμα κυριαρχήσει το τεχνοκρατικό μοντέλο ζωής κι οι άνθρωποι απομακρυσμένοι από τις σύγχρονες εξελίξεις δεν πληροφορούνται επαρκώς για την εξέλιξη των ιατρικών επιστημών.

 

Σήμερα, οι ειδικοί διαθέτουμε πλέον εκπληκτικές δυνατότητες. Η επιγενετική μέθοδος αποτελεί ένα βασικό όπλο της Μοριακής Ιατρικής.

 

Επιγενετική είναι η μελέτη κληρονομήσιμων αλλαγών στην έκφραση των γονιδίων χωρίς αλλαγές στην αλληλουχία του DNA. Σύμφωνα με την επιγενετική, το περιβάλλον αλληλεπιδρά με τα γονίδια μας. Η γενετική αδυνατεί από μόνη της να εξηγήσει το πώς πραγματοποιείται η αναπαραγωγή κάποιων κληρονομούμενων χαρακτηριστικών των κυττάρων. Η επιγενετική εξετάζει οποιαδήποτε αλλαγή στην έκφραση μιας πληροφορίας που δεν οφείλεται στο DNA ή σε κάποια μετάλλαξη των γονιδίων.

 

Η επιγενετική, λοιπόν, έχει ως θεμελιώδες αντικείμενο την επεξεργασία εξωτερικών ερεθισμάτων απευθείας στα γονίδια, τα οποία δε μεταβάλλουν τη δομή τους, ωστόσο, αλλάζουν την έκφρασή τους.

 

Το βασικότερο όλων είναι το γεγονός ότι, εν αντιθέσει με τις δομικές γενετικές αλλοιώσεις των γονιδίων, οι επιγενετικές αλλαγές (βιολογικές και ψυχοσυναισθηματικές) είναι αναστρέψιμες. Τεκμηριωμένες έρευνες αποδεικνύουν ότι το DNA μας μπορεί να διορθώνει τις επιγενετικές αλλαγές στην έκφραση των γονιδίων. Ο ακριβής μηχανισμός του επιγενετικού κώδικα του DNA δεν έχει ακόμη ανιχνευτεί. Εκείνο που ξέρουμε καλά, όμως, είναι ότι ο επιγενετικός κώδικας διαθέτει ανώτερες λειτουργίες ελέγχου, οι οποίες, μόλις ενεργοποιηθούν, μάς βοηθούν να αναγνωρίσουμε και να απενεργοποιήσουμε κληρονομημένα ή επίκτητα χαρακτηριστικά, τα οποία προκαλούν δυσλειτουργίες. Η αναγκαιότητα της επιγενετικής έγκειται στη διατήρηση των μοτίβων έκφρασης των γονιδίων.

 

Συμπέρασμα

 

Ο γυναικολόγος, λοιπόν, οφείλει να προτρέπει τις γυναίκες που παρακολουθεί σε έγκαιρη τεκνοποίηση και να τις ενημερώνει, όταν γίνεται αντιληπτή κάποια δυσκολία στη σύλληψη, προκειμένου να γίνει άμεσα η απαραίτητη ιατρική διερεύνηση και να εφαρμοστεί  η κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση.

 

Η  γονιμότητα των ανδρών δε φθίνει με την ηλικία και δεν εγκυμονεί ο κίνδυνος πρόκλησης επιπλοκών της καρδιάς και πρόωρου τοκετού, όπως συμβαίνει στις γυναίκες. Υπάρχει η δυνατότητα να γονιμοποιήσουν σε μεγαλύτερη ηλικία, αυτό, ωστόσο, θα πρέπει να γίνεται έπειτα από πολλή σκέψη και συζήτηση του ζευγαριού αλλά και υπό την καθοδήγηση του γιατρού.

 

Η επίσκεψη σε έναν ειδικό βοηθάει σε μεγάλο βαθμό, καθώς αυτοί, μέσω εξελιγμένων μεθόδων επιγενετικής και επιγονιδιακής λειτουργίας, μπορούν να αλλάξουν την έκφραση των γονιδίων και να δώσουν μία λύση στο πρόβλημα. Αυτό, όμως, πρέπει να εφαρμόζεται με μεγάλη προσοχή, ευαισθησία, γνώση και πάντοτε εξατομικευμένα.

 

Να είστε καλά
Dr. Κυριάκος Τίγκας, M.D.
Χειρουργός Γυναικολόγος – Μαιευτήρας
Εξειδίκευση σε : Χειρουργική Γυναικολογική Ογκολογία,
Χειρουργική Μαστού, Ορμονική Αποκατάσταση με Βιομιμητικές Ορμόνες
Λειτουργική, Αναγεννητική, Αντιγηραντική και Προληπτική Ιατρική