Ανίχνευση Κυτταρικών Δυσλειτουργιών

κυτταρικός έλεγχος δυσλειτουργιών

Όλες οι δραστηριότητες που επιτελεί το σώμα σε κυτταρικό επίπεδο (είτε ωαρίου, είτε σπερματοζωαρίου), οι οποίες συμβάλλουν στην εύρυθμη λειτουργία του οργανισμού, σχετίζονται με τη μεταβολική του δραστηριότητα.

 

Αυτά τα στοιχεία, αν βρίσκονται σε μη φυσιολογικά επίπεδα, μπορούν να επηρεάσουν άμεσα και έμμεσα τόσο τη λειτουργία του γενετικού συστήματος όσο και τη λειτουργία των κυττάρων αναπαραγωγής (ωαρίων και σπερματοζωαρίων).

 

Επίσης, σημειώνονται πολλές φορές στον ανθρώπινο οργανισμό έντονες κυτταρικές οξειδοαναγωγικές ανισορροπίες. Αυτές προκαλούν την αυξημένη απελευθέρωση των κυτοκινών. Πρόκειται για ρυθμιστικά μόρια που εκκρίνονται από τα κύτταρα και το ανοσοποιητικό σύστημα, με αποδέκτη κυρίως τον εγκέφαλο. Αυτό έχει ως συνέπεια τη διαταραχή σημαντικών μεταβολικών λειτουργιών και σε συνδυασμό με την πρόωρη κυτταρική απόπτωση, επέρχεται ως φυσικό επακόλουθο η δυσκολία επίτευξης κύησης.

 

 Ανοσολογικοί παράγοντες  και αναπαραγωγή

 

Τα τελευταία χρόνια, επικρατεί η άποψη στην επιστημονική κοινότητα ότι το ανοσολογικό σύστημα καθορίζει αρκετά την επιτυχία ή την παρεμπόδιση μιας εγκυμοσύνης.  Είναι απαραίτητο το ανοσολογικό σύστημα να είναι υγιές. Διαφορετικά, τα κύτταρα και ορισμένα αυτοαντισώματα μπορούν να παρεμποδίσουν τη θετική έκβαση μιας εγκυμοσύνης με πολλαπλούς μηχανισμούς και με άμεση παρέμβαση στη διαδικασία της εμφύτευσης του εμβρύου.

 

 Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα

 

Τα φωσφολιπίδια θωρακίζουν τη βιωσιμότητα των κυττάρων και αποτελούν τη βάση για τη δημιουργία των ιστών. Στον ανθρώπινο οργανισμό, πολλές φορές, αναπτύσσονται αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα, εξαιτίας διαφόρων νοσημάτων ή αλλεργιογόνων που υπάρχουν στις τροφές και το περιβάλλον. Τα συγκεκριμένα αντισώματα προκαλούν διαταραχές στις πρωτεΐνες του αίματος. Αυτό οδηγεί σε αρτηριακή θρόμβωση των αγγείων της εμβρυοπλακουντιακής μονάδας.

 

Συνεπώς, τα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα βλάπτουν τη διαδικασία αγγειοποίησης, η οποία συμβαίνει κατά την εμφύτευση, και διαταράσσουν τη συνοχή των μορίων που συνθέτουν τον πλακούντα. Το γεγονός αυτό λειτουργεί ανασταλτικά στην ομαλή έκβαση της κύησης.

 

Αντιθυρεοειδικά αντισώματα

 

Η εύρυθμη λειτουργία του θυρεοειδούς είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη γονιμότητα και την ομαλή λειτουργία του κύκλου. Συχνά, η ύπαρξη αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων δεν προξενεί προβλήματα, εάν ο αδένας έχει ρυθμιστεί. Γυναίκες που πάσχουν από υπερθυρεοειδισμό παρουσιάζουν συμπτώματα ολιγομηνόρροιας έως και αμμηνόρροιας. Παράλληλα, τα αντιθυρεοειδικά αντισώματα εμφανίζουν σε πολλές γυναίκες υποθυροειδισμό, ο οποίος ενοχοποιείται για μηνορραγίες και παλίνδρομες κυήσεις.

 

Natural killer Cells

 

Αυτά τα ανοσοποιητικά κύτταρα εντοπίζονται στη μήτρα τη στιγμή της εμφύτευσης του γονιμοποιημένου ωαρίου. Τα ΝΚ κύτταρα μαζί με τα CTL cells προστατεύουν το ενδομήτριο και ασκούν έλεγχο σε τυχόν μικροβιακές λοιμώξεις, που εμφανίζονται στην εμβρυομητρική επιφάνεια και συμβάλλουν στην ομαλή ανάπτυξη του εμβρύου. Διεγείρουν τα ΤΗ-1 και ΤΗ-2 κύτταρα, κάτι το οποίο συντελεί στην ομαλή εμφύτευση του πλακούντα. Ο λόγος ΤΗ-1/ΤΗ-2 πρέπει να είναι σταθερός τη στιγμή που δημιουργείται ο πλακούντας, προκειμένου να ολοκληρωθεί με επιτυχία η εγκυμοσύνη. Η υπερβολική, όμως, ανάπτυξη αυτών των κυττάρων είναι υπεύθυνη για υπογονιμότητα και καθ’ έξιν αποβολές.

 

Αντιπυρηνικά αντισώματα

 

Τα αντισώματα αυτά στρέφονται εναντίον του γενετικού υλικού του εμβρύου (DNA) και αυξάνουν το φαινόμενο επαναλαμβανόμενων αποβολών. Η εξέταση των ΑΝΑ κατευθύνει τους γιατρούς και τους βοηθάει να εντοπίσουν την ύπαρξη ή μη αυτοάνοσων νοσημάτων. Όταν κάποιος πάσχει από αυτοάνοσο νόσημα, παρουσιάζει αυξημένα ΑΝΑ. Στο Συστηματικό Ερυθηματώδη Λύκο αυξάνονται κατά 93%, στο Σκληρόδερμα κατά 85%, στη Ρευματοειδή αρθρίτιδα κατά 33%, στο Σύνδρομο Sjogren κατά 48% και στη Χρόνια αρθρίτιδα κατά 71%. Τα ΑΝΑ αποτελούν ένδειξη για την ύπαρξη μιας νόσου κι όχι απόδειξη.

Καρυότυπος ζεύγους

 

Πρόκειται για μια εξειδικευμένη ιατρική εξέταση που ανιχνεύει αλλαγές σε χρωμοσώματα, γονίδια ή πρωτεΐνες και γίνεται με μια απλή εξέταση αίματος. Ελέγχεται η δομή των χρωμοσωμάτων σε ένα δείγμα κυττάρων. Η συγκεκριμένη εξέταση συστήνεται σε ζευγάρια που έχουν παρουσιάσει καθ’έξιν αποβολές.

 

Συμπεράσματα

 

Η υπογονιμότητα είναι μία κατάσταση η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί με υπομονή και επιμονή. Το πρόβλημα που καλείται να επιλύσει κάθε ζευγάρι, προκειμένου να τεκνοποιήσει, είναι μοναδικό και διαφορετικό. Η επιστήμη της γενετικής εξελίσσεται με γοργούς ρυθμούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν διαθέσιμες ολοένα και περισσότερες γενετικές εξετάσεις, οι οποίες μπορούν να ανιχνεύσουν κυτταρικές δυσλειτουργίες και να βοηθήσουν στη διάγνωση της υπογονιμότητας. Αυτές οι εξειδικευμένες εξετάσεις, όμως, γίνονται, όταν έχουν αποκλεισθεί απλούστερα αίτια. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ σημαντική η εξατομικευμένη προσέγγιση της υπογονιμότητας.

 

Να είστε καλά
Dr. Κυριάκος Τίγκας, M.D.
Χειρουργός Γυναικολόγος – Μαιευτήρας
Εξειδίκευση σε : Χειρουργική Γυναικολογική Ογκολογία,
Χειρουργική Μαστού, Ορμονική Αποκατάσταση με Βιομιμητικές Ορμόνες
Λειτουργική, Αναγεννητική, Αντιγηραντική και Προληπτική Ιατρική