Ψυχολογικές Προεκτάσεις Υπογονιμότητας

ψυχολογικές προεκτάσεις της υπογονιμότητας

Πόσο σημαντική είναι η επίδραση των συναισθημάτων στο σώμα

 

Η υπογονιμότητα αποτελεί πλέον ένα κοινό πρόβλημα. Επηρεάζει 1 στα 5 ζευγάρια στο Δυτικό κόσμο με συνεχώς αυξανόμενη τάση. Ωστόσο, αν και πλήττει μεγάλο μέρος του ανθρώπινου πληθυσμού, αντιμετωπίζεται σαν ιατρικό πρόβλημα και αποδίδεται λιγότερη σημασία στον ψυχολογικό παράγοντα, ο οποίος επηρεάζει σημαντικά τη γονιμότητα. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις όπου ζευγάρια κατάφεραν να τεκνοποιήσουν σε διακοπές ή όταν εγκατέλειψαν τις προσπάθειες.

 

Ψυχολογικά Θέματα που προϋπάρχουν

 

Ένα πρόβλημα των ζευγαριών που επιθυμούν να κάνουν παιδί είναι η ανεξήγητη αδυναμία να κυοφορήσουν, χωρίς προφανή παθολογικά αίτια. Μάλιστα, σύμφωνα με διεθνείς βιβλιογραφικές αναφορές, ένα ποσοστό μεταξύ του 10-15% των ζευγαριών που εμφανίζουν υπογονιμότητα δεν παρουσιάζουν κάποιο οργανικό πρόβλημα, με αποτέλεσμα να προκύπτουν δυσκολίες γονιμότητας, δίχως να υπάρχει συγκεκριμένη αιτία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου η αποτυχία κύησης δεν προκύπτει από παθολογικό πρόβλημα, αλλά και δεν επιτυγχάνεται για άγνωστους λόγους, υπάρχει συχνά μια ψυχολογική σύγκρουση, η οποία παρεμποδίζει τη γονιμοποίηση.

 

Είναι αλήθεια ότι σχεδόν όλοι οι γυναικολόγοι που ασχολούνται με το θέμα της  γονιμότητας στη χώρα μας διερευνούν την ψυχική και συναισθηματική σχέση των δύο ανθρώπων που επιθυμούν να κάνουν παιδί. Κι αξιολογούν την κατάσταση με βάση αυτήν την παράμετρο, γιατί η ψυχολογική εικόνα του ζεύγους αποτελεί τη βάση της αποδοχής της γονιμότητας.

 

Υπάρχουν διάφορες ψυχολογικές παράμετροι που επηρεάζουν το ζευγάρι και ενδέχεται να λειτουργήσουν ανασταλτικά στη σύλληψη. Δεν αποκλείεται, για παράδειγμα, να αντιμετωπίζουν πρόβλημα στη μεταξύ τους επικοινωνία ή η σεξουαλική τους ζωή να μην είναι υγιής. Η σεξουαλική επαφή πραγματοποιείται υπό την επήρεια έντονου άγχους, αποκτά καταναγκαστικό χαρακτήρα και η σύλληψη γίνεται αυτοσκοπός.

 

Ουσιαστικά, το ζευγάρι που δεν έχει προφανή παθολογικά προβλήματα, αλλά δε μπορεί να κάνει παιδί, επηρεάζεται από διάφορους ψυχολογικούς παράγοντες που το εγκλωβίζουν. Δεν αποκλείεται, παραδείγματος χάρη, ο άνδρας και γυναίκα να αντιμετωπίζουν πρόβλημα στη μεταξύ τους επικοινωνία. Ίσως, δεν είναι κι οι δύο σίγουροι ότι θέλουν να επιτύχουν κύηση. Έγκυος μένει μεν η γυναίκα, αλλά κυοφορούν κι οι δύο, βιώνοντας τη μεγάλη αλλαγή που ουσιαστικά μπαίνει στη ζωή τους. Άρα, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα αυτού του είδους τα ζευγάρια να μην έχουν ισχυρή συναισθηματική σχέση που ερμηνεύεται ως θετική αναζήτηση του εγκεφάλου τους και των αντίστοιχων ορμονών, οι οποίες θα κάνουν τα πάντα με σκοπό να επιτευχθεί η σύλληψη του σπερματοζωαρίου από το ωάριο της γυναίκας.

 

Οι ψυχολογικές συγκρούσεις που οδηγούν στην υπογονιμότητα είναι βαθιά απωθημένες. Επομένως, η δυσκολία σύλληψης μπορεί να είναι αποτέλεσμα μιας ασυνείδητης άμυνας στο φόβο των κινδύνων που εγκυμονεί η αναπαραγωγική διαδικασία κι ειδικότερα ο τοκετός.

 

Ψυχολογικά Προβλήματα που προκύπτουν από τις επαναλαμβανόμενες προσπάθειες σύλληψης

 

Πολύ πριν αρχίσουμε να προσπαθούμε να κάνουμε παιδί, έχουμε οραματιστεί από την παιδική μας ηλικία τη σχέση με το παιδί που κάποτε θα φέρουμε στον κόσμο. Bλέπουμε τους γονείς μας, ταυτιζόμαστε με αυτούς και φανταζόμαστε τον εαυτό μας μια μέρα στη δική τους θέση.

 

H οποιαδήποτε θεραπεία για την υπογονιμότητα πιθανόν να προκαλεί αίσθημα απώλειας. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι χάνει τη δυνατότητα να αναλάβει το ρόλο του πατέρα ή της μητέρας και δε βιώνει την εμπειρία της σύλληψης.

 

Τα ζευγάρια που ακολουθούν κάποια συγκεκριμένη θεραπεία υπογονιμότητας έχουν συναισθηματικές διακυμάνσεις. Αισθάνονται ελπίδα στην πρώτη φάση του κύκλου και απογοήτευση, όταν η θεραπεία δεν έχει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα κι επανεμφανίζεται η έμμηνος ρύση.

 

Η ίδια η θεραπεία της υπογονιμότητας προξενεί ανασφάλεια και άγχος. Οι απαιτήσεις είναι πολλές, αφού ζητείται να γίνουν πολυάριθμες εξετάσεις. Το οικονομικό κόστος είναι υψηλό κι αυτό προκαλεί περαιτέρω ψυχολογική κατάπτωση.

 

Τα προβλήματα γονιμότητας επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητα της σχέσης του ζευγαριού. Οι δυσκολίες στη σύλληψη συχνά προκαλούν ντροπή και ενοχές στο ζευγάρι και γι’ αυτό το λόγο αποκρύπτουν το πρόβλημα τους. Δεν έχουν υποστήριξη από το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα όλη η ένταση να ανακυκλώνεται σχεδόν αποκλειστικά ανάμεσά τους.

 

Επιπλέον, αισθάνονται κοινωνικά ανεπαρκείς. Νιώθουν ανίκανοι να διεκπεραιώσουν την κοινωνική «υποχρέωση» να γίνουν γονείς. Η απόκτηση παιδιών διαπλέκεται με τους στόχους της κοινωνικής αναγνώρισης, της πληρότητας και της ευτυχίας. Για ένα ζευγάρι είναι σημαντική, καθώς συμβολίζει την κοινωνική του ένταξη.

 

Όλοι αυτοί οι παράγοντες διαιωνίζουν το φαινόμενο της υπογονιμότητας. Το ζευγάρι αδυνατεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του, γιατί ο ψυχολογικός παράγοντας επιδρά στον οργανισμό του. Οποιοδήποτε πρόβλημα αναπτύσσεται στο ανθρώπινο σώμα, μπορούμε να το αναστείλουμε και να το ξεπεράσουμε, βελτιώνοντας τη ψυχολογία μας. Ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να ακούγεται άτοπος και περίπλοκος, γιατί δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε ότι το σώμα και η ψυχή αποτελούν δύο έννοιες άρρηκτα συνδεμένες και αλληλοσυσχετιζόμενες μεταξύ τους. Στην πραγματικότητα, όμως, ο συλλογισμός αυτός είναι πολύ απλός.

 

Ο Ιπποκράτης υποστήριζε ότι κάθε νόσος ξεκινά πρώτα από την ψυχή κι έπειτα καταλήγει στο σώμα. Και προτού αποφασίσουμε ποια θεραπεία θα χρειαστεί να ακολουθήσουμε για το σώμα, πρέπει πρώτα να έχουν θεραπευτεί τα τραύματα της ψυχής.

 

Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα. Το άγχος επηρεάζει αρνητικά την ψυχολογία του ατόμου, καθώς προκαλεί υπερβολική έκκριση κορτιζόλης στον εγκέφαλο. Η κορτιζόλη είναι μια ορμόνη του ανθρώπινου οργανισμού, της οποίας τα επίπεδα εκτοξεύονται, όταν παρατηρείται έντονο stress. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο άνθρωπος να κυριεύεται διαρκώς από ανασφάλεια, να έχει συνεχώς την πεποίθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ενώ τα υψηλά επίπεδα κορτιζόλης διαταράσσουν την ορμονική του ισορροπία. Οι ορμόνες παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη σύλληψη και η ορμονική ανισορροπία αποτελεί ένα από βασικότερα αίτια υπογονιμότητας.

 

Συμπέρασμα

 

Η ψυχολογία διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη γονιμότητα. Είναι τραγικό τη σύγχρονη εποχή να μη γνωρίζουμε τη δύναμη της ψυχικής μας κατάστασης και την επιρροή που αυτή ασκεί στο σώμα μας.

 

Τα τελευταία χρόνια η Σύγχρονη Ιατρική άρχισε να διερευνά την επενέργεια της ψυχολογίας στην υγεία μας. Μέσω επιγενετικών μηχανισμών, ο ψυχολογικός παράγοντας επηρεάζει αποδεδειγμένα τη γενετική έκφραση με ό,τι αυτό συνεπάγεται στο αναπαραγωγικό σύστημα του άνδρα και της γυναίκας.

 

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι χρειάζεται μια συνολική προσέγγιση του εκάστοτε προβλήματος και όχι μία μονομερής ίαση. Αρχικά, πρέπει να θεραπευτεί η ψυχή και μετά το σώμα, όπως έλεγε ο Ιπποκράτης. Γι’ αυτό το λόγο, καλό είναι να διερευνάται και να αντιμετωπίζεται οποιοδήποτε ψυχολογικό ζήτημα υπάρχει, προτού το ζευγάρι προχωρήσει σε διαδικασίες και θεραπείες που θα το επιβαρύνουν οικονομικά.

 

Να είστε καλά
Dr. Κυριάκος Τίγκας, M.D.
Χειρουργός Γυναικολόγος – Μαιευτήρας
Εξειδίκευση σε : Χειρουργική Γυναικολογική Ογκολογία,
Χειρουργική Μαστού, Ορμονική Αποκατάσταση με Βιομιμητικές Ορμόνες
Λειτουργική, Αναγεννητική, Αντιγηραντική και Προληπτική Ιατρική