γιατί έχω συνεχόμενες αποβολές

Γιατί έχω συνεχόμενες αποβολές;

Ορισμός Των Αποβολών

Η αποβολή επιστημονικώς ορίζεται ως η απώλεια ενός εμβρύου πριν από τις 24 εβδομάδες της κύησης.  Περισσότερες από 80% των αποβολών συμβαίνουν μέχρι τις 12 εβδομάδες. Όταν μια γυναίκα έχει δύο ή περισσότερες συνεχόμενες αποβολές, λέμε ότι πάσχει από το σύνδρομο των καθ’ έξιν αποβολών.

Τα συμπτώματα, που πρέπει να μας οδηγήσουν στο γιατρό, είναι η αιμορραγία και ο πόνος στην κοιλιά ή παύση των συμπτωμάτων της εγκυμοσύνης. Όταν γίνεται αποβολή, το έμβρυο και ο πλακούντας αποβάλλονται από τη μήτρα με αιμορραγία και πόνο.

Η αυτόματη απώλεια κύησης αποτελεί δυστυχώς συχνό φαινόμενο. Ο ενθουσιασμός, που διακατέχει ένα ζευγάρι, μετά από την ανακοίνωση του γυναικολόγου ότι θα κάνουν παιδί μερικές φορές δε διαρκεί πολύ, καθώς η γυναίκα έρχεται αντιμέτωπη με την πρόωρη διακοπή της κύησης. Είναι πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει κανείς  τι σημαίνει η απώλεια ενός εμβρύου. Προκαλείται σωματικός και ψυχικός πόνος στα ζευγάρια, ειδικά όταν οι αποβολές συμβαίνουν επανειλλημένα(καθ’ έξιν αποβολές)  και σίγουρα χρειάζονται συμπαράσταση τόσο από το οικογενειακό περιβάλλον, όσο και από το ιατρικό και προσωπικό, που έχει αναλάβει τη φροντίδα του και την παρακολούθηση του.

Οι αποβολές δεν είναι πάντα πλήρως κατανοητές, παρά την εξέλιξη της Ιατρικής και για ένα μικρό ποσοστό των περιπτώσεων δεν υπάρχει ξεκάθαρη εξήγηση. Ωστόσο έχουν εντοπιστεί κάποιοι παράγοντες, που αιτιολογούν τις συνεχόμενες αποβολές.

Αιτίες Συχνών Αποβολών

Χρωμοσωμικές Ανωμαλίες

H ένωση ενός χρωμοσωμικά φυσιολογικού ωαρίου με ένα φυσιολογικό σπερματοζωάριο είναι απαραίτητη, προκειμένου να επιτευχθεί μια εγκυμοσύνη και να εξελιχθεί φυσιολογικά. Πολλές φορές, το ωάριο ή το σπερματοζωάριο, που γονιμοποίησε το ωάριο, δεν περιέχει το σωστό αριθμό χρωμοσωμάτων. Από τη συνένωση τους, λοιπόν, προκύπτει ένα έμβρυο με περίσσεια ή έλλειμμα γενετικού υλικού, αδυνατεί να εξελιχθεί κανονικά και όντας μη βιώσιμο, απορρίπτεται από τη φύση και  αποβάλλεται.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το γενετικό υλικό ενός εκ των δύο παρουσιάζει χρωμοσωμικές ανωμαλίες και μόνο σε ένα πολύ μικρό ποσοστό των ζευγαριών φέρουν και οι δύο μια χρωμοσωμική ανωμαλία, η οποία αν μεταβιβαστεί στο ζυγωτό, επιφέρει τη δημιουργία ενός μη φυσιολογικού εμβρύου.

Επίσης, όταν ο αριθμός των χρωμοσωμάτων δεν είναι ομαλός, ενδέχεται να προκύψουν μονοσωμίες ή τρισωμίες. Στην τρισωμία, υπάρχουν τρία αντί για δύο αντίγραφα ενός χρωμοσώματος, ενώ η μονοσωμία είναι μία κατάσταση, κατά την οποία υπάρχει μόνο ένα αντίγραφο ενός χρώματος. Και οι δύο καταστάσεις έχουν σοβαρές επιπτώσεις στο φαινότυπο ενός ατόμου και καθιστούν τους γαμέτες (ωάρια και σπερματοζωάρια)  μη βιώσιμους.

Υπολογίζεται ότι το 65%-70% των αυτομάτων αποβολών οφείλεται σε χρωμοσωμικές ανωμαλίες του εμβρύου. Οι αποβολές, που οφείλονται σε τέτοιους παράγοντες, συμβαίνουν συνήθως μέχρι την 8η-9η εβδομάδα της κύησης. Η αυξημένη ηλικία της γυναίκας, μάλιστα, ενέχει μεγαλύτερο τον κίνδυνο αποβολών, καθώς φθίνει η ποιότητα των ωαρίων της γυναίκας. Με αυτόν τον τρόπο, αυξάνονται οι πιθανότητες ανάπτυξης εμβρύων με χρωμοσωμικές ανωμαλίες και επέρχεται ως φυσικό επακόλουθο η αποβολή τους.

Ορμονικοί παράγοντες

Όταν μια γυναίκα επιτύχει κύηση, οι ορμόνες της διαφοροποιούνται σημαντικά. Μια από τις αλλαγές αφορά τη συνέχιση της παραγωγής προγεστερόνης, από το «ωχρό σωμάτιο της κύησης», όπως αποκαλείται το προέχον εκείνο ωοθυλάκιο του κύκλου, κατά τον οποίο η γυναίκα έμεινε έγκυος.

Η Προγεστερόνη είναι ίσως η βασικότερη φυλετική ορμόνη, που έχει ως σκοπό την επίτευξη της εγκυμοσύνης, γι΄ αυτό και αποκαλείται «ορμόνη της μητρότητας». Μια γυναίκα, χωρίς επαρκείς ποσότητες προγεστερόνης, αδυνατεί να συλλάβει ή/και να διατηρήσει κύηση, άρα καθίσταται υπογόνιμη.

Ο πιο ζωτικός ρόλος της Προγεστερόνης είναι η προετοιμασία του ενδομητρίου, προκειμένου αυτό να υποδεχθεί το ζυγωτό και να επιτευχθεί η εμφύτευση. Η προγεστερόνη συμβάλλει στην ανάπτυξη των αιμοφόρων αγγείων του ενδομητρίου και βοηθάει στην ανάπτυξη και τη θρέψη του γονιμοποιημένου ωαρίου, ώστε να εξελιχθεί ομαλά μια κύηση.

Η προγεστερόνη αποτελεί ίσως τη βασικότερη ορμόνη για τη διατήρηση της κύησης κατά το πρώτο τρίμηνο και εξαρτάται αποκλειστικά από το ωχρό σωμάτιο στην πρώτη φάση της εγκυμοσύνης, μιας και μετά την 11η  εβδομάδα, ο πλακούντας αναλαμβάνει πλέον την παραγωγή της. Η προγεστερόνη λοιπόν, μεταξύ άλλων,  σταθεροποιεί το ενδομήτριο και επιτρέπει την εμφύτευση του εμβρύου στη μήτρα. Αυτονόητα, λοιπόν, χωρίς Προγεστερόνη, δεν υπάρχει αναπαραγωγή κι ακόμα κι όταν επιτευχθεί κύηση, η ανεπάρκεια της οδηγεί σε αποβολή.

Παθήσεις της μήτρας

Η φυσιολογική εμφύτευση του εμβρύου στη μήτρα αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να επιτευχθεί η ομαλή έκβαση της εγκυμοσύνης. Αυτό, όμως, δε μπορεί να συμβεί στις περιπτώσεις που εντοπίζεται κάποιο ανατομικό πρόβλημα στην περιοχή, όπως μια συγγενής ανατομική ανωμαλία της μήτρας, κατά την οποία, λόγω έλλειψης χώρου, παρεμποδίζεται η ανάπτυξη του εμβρύου. Συχνό εύρημα αποτελεί η παρουσία μεγάλων ινομυωμάτων στη μήτρα καθώς και ινομυωμάτων, που θα μεγαλώσουν κατά τη διάρκεια της κύησης, δυσχεραίνοντας έτσι την ανάπτυξη του εμβρύου.

Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, μάλιστα, όταν δηλαδή φράζουν τα στόμια των σαλπίγγων ή επηρεάζεται η φυσιολογική λειτουργία του ενδομητρίου από τη θέση τους, μπορεί να οδηγήσουν σε στειρότητα,

Συγγενείς ανωμαλίες της μήτρας, όπως η δίκερη, η δίδελφυς και η μονόκερη μήτρα είναι υπεύθυνες για το 15% περίπου των αυτομάτων αποβολών, εξαιτίας του μικρού όγκου της μήτρας ή της κακής αιμάτωσης του εμβρύου κατά την εμφύτευσή του. Οι πολύποδες και οι ενδομήτριες συμφύσεις ευθύνονται σε μεγάλο ποσοστό για τις αποβολές. Ακόμη, η ανεπαρκής αιμάτωση της μήτρας, όπως στο σύνδρομο των ωοθηκικών φλεβών, δεν αφήνει το γονιμοποιημένο ωάριο να εμφυτευτεί, να σχηματιστεί και δυσχεραίνει την ανάπτυξη του πλακούντα.

Ανεπάρκεια Του Τραχήλου Της Μήτρας

 Ο τράχηλος αποτελεί την ασφάλεια της μήτρας κατά την εγκυμοσύνη. Οποιαδήποτε ανεπάρκεια εντοπιστεί στο μήκος ή στη σύστασή του μπορεί να οδηγήσει σε αποβολή. Πολλές φορές, ο τράχηλος της μήτρας είναι ανεπαρκής ή δε μπορεί να παραμείνει κλειστός, καθώς το έσω τραχηλικό στόμιο πιέζεται από το βάρος του αναπτυσσόμενου εμβρύου.

Εξωμήτριος (ή έκτοπη) κύηση

Στην εξωμήτριο κύηση, η ανάπτυξη του εμβρύου γίνεται έξω από την ενδομητρική κοιλότητα, συνήθως στη σάλπιγγα. Επομένως, αποβάλλεται, γιατί δεν υπάρχουν οι κατάλληλες συνθήκες ανάπτυξης.

Γυναικολογικές λοιμώξεις

Η χλωρίδα των γεννητικών οργάνων, υπό φυσιολογικές συνθήκες, αποτελείται από μη παθογόνους μικροοργανισμούς, οι οποίοι, όταν βρίσκονται σε ισορροπία, προάγουν την ομοιόσταση. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρίσκονται ανάμεσα τους και ορισμένοι παθογόνοι μικροοργανισμοί, όπως τα χλαμύδια, τα οποία διαταράσσουν την ανοσολογική ισορροπία του κόλπου. Επηρεάζουν, μάλιστα, το  ανοσολογικό προφίλ και τη δεκτικότητα του ενδομητρίου, παρεμποδίζοντας την επιτυχημένη εμφύτευση και κατά συνέπεια προκαλούν αποβολές.

Μολύνσεις

Μολύνσεις που παρουσιάζονται στην αρχή της εγκυμοσύνης, όπως η ερυθρά, η ιλαρά, η λιστέρια, η βλεννόρροια, ο εντερόκοκκος και ο στρεπτόκοκκος μπορούν να προκαλέσουν αποβολές ή ακόμα και πρόωρο τοκετό, διότι προκαλούν συσπάσεις στη μήτρα, δυσχεραίνοντας την επιβίωση του εμβρύου.

Ανοσολογικές διαταραχές

Όταν εισέρχεται στο σώμα μας ένα ξένο σώμα, ο οργανισμός μας το αντιμετωπίζει εχθρικά, προκειμένου να το εξουδετερώσει. Στην περίπτωση, όμως, του ζυγωτού (γονιμοποιημένου ωαρίου), η μητέρα δέχεται το μήνυμα να μην το εκλάβει ως κάτι ξένο κι επομένως συνεχίζεται η εγκυμοσύνη κανονικά.

Η κατάσταση αυτή μπορεί να ανατραπεί, όταν συγκεκριμένα αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα επιτίθενται στο έμβρυο, με αποτέλεσμα να επέρχεται αποβολή. Το ανοσοποιητικό σύστημα συμμετέχει με αυτοάνοσους μηχανισμούς στην πρόκληση των αυτομάτων αποβολών. Επομένως, ο ρόλος του ανοσολογικού συστήματος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ομαλή έκβαση της εγκυμοσύνης.

Στους αυτοάνοσους μηχανισμούς συμπεριλαμβάνεται και το αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο, στο οποίο ανιχνεύονται αντικαρδιολιπινικά αντισώματα και τα αντιπηκτικά του λύκου. Τα αντισώματα αυτά στρέφονται εναντίον των αιμοπεταλίων και του ενδοθηλίου των αγγείων, προκαλείται θρόμβωση των αγγείων του πλακούντα και προκαλείται αυτόματη αποβολή.

Ενδοκρινολογικές παθήσεις

Παθήσεις, όπως ο διαταραγμένος θυρεοειδής αδένας και ο σακχαρώδης διαβήτης, έχουν συσχετισθεί με πολλά περιστατικά αποβολών. Γυναίκες με σακχαρώδη διαβήτη αποβάλλουν πιο συχνά, εξαιτίας των ανωμαλιών, που δημιουργούνται στο έμβρυο, ενώ όσες παρουσιάζουν διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα και των επινεφριδίων, χαρακτηρίζονται από ορμονική ανισορροπία. Έτσι, ελλοχεύει ο κίνδυνος αποβολών. Αρκετές φορές, δημιουργείται ένα «κενό» ωάριο, το οποίο αρχίζει να αναπτύσσεται, δημιουργώντας πλακούντα και μεμβράνες. Στο τέλος, όμως,  αιμορραγεί και αποβάλλεται.

Θρομβοφιλία

Ως θρομβοφιλία ορίζεται η αυξημένη τάση του αίματος για πήξη. Όταν το αίμα πήζει, δημιουργούνται θρόμβοι, οι οποίοι μπορούν να φράξουν τα αιμοφόρα αγγεία και γι΄ αυτό το λόγο θεωρούνται επικίνδυνοι. Η θρομβοφιλία μπορεί να επιφέρει επιπλοκές στην εγκυμοσύνη. Εξαρτάται, βέβαια, σε ποιο αγγείο θα δημιουργηθεί θρόμβωση. Για παράδειγμα, αν παρουσιαστεί  θρόμβωση στη φλέβα του κάτω άκρου, το έμβρυο δεν κινδυνεύει. Ωστόσο, εάν η θρόμβωση εκδηλωθεί σε κάποιο αγγείο του ενδομητρίου ή του πλακούντα, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος αποβολής του εμβρύου και μπορεί να προκληθεί ακόμα και ενδομήτριος θάνατος.

Τρόπος διαβίωσης

Το κάπνισμα, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, η λήψη φαρμάκων ή ναρκωτικών ουσιών και η κακή διατροφή επιφέρουν δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη του εμβρύου και μπορεί να οδηγήσουν σε αποβολή ή στη γέννηση λιποβαρούς μωρού.

Τι χρειάζεται να γίνει

Όταν μια γυναίκα αποβάλει περισσότερες από δύο φορές, χρειάζεται να γίνει αναλυτική λήψη του ιατρικού ιστορικού και ενδελεχής κλινική εξέταση. Συνιστάται πλήρης υπερηχογραφικός και αιματολογικός έλεγχος και υστεροσκόπηση. Καλό να πραγματοποιηθεί χρωμοσωματικός έλεγχος τόσο στον άνδρα, όσο και στη γυναίκα. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να εξεταστούν τα επίπεδα των ορμονών και να διαπιστωθεί η ύπαρξη πιθανών ανοσολογικών προβλημάτων της γυναίκας, μέσα από εξειδικευμένες εξετάσεις.

Μέσα από τον έλεγχο της θυρεοειδικής λειτουργίας και την ανίχνευση ύπαρξης επίκτητης και κληρονομικής θρομβοφιλίας ή χρόνιων φλεγμονών επιτυγχάνεται συχνά η αντιμετώπιση των καθ’ έξιν αποβολών. Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα αίτια των επανειλλημένων αποβολών έχουν συσχετιστεί και με πρωτοπαθή υπογονιμότητα.